βατοδρόπος

βατοδρόπος
pulling up brambles
masc/fem nom sg

Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες). 2014.

Look at other dictionaries:

  • βατοδρόπος — βατοδρόπος, ον (Α) αυτός που κόβει ή ξεριζώνει βάτους. [ΕΤΥΜΟΛ. < βατός (Ι) + δροπος < δρέπω] …   Dictionary of Greek

  • βατοδρόπε — βατοδρόπος pulling up brambles masc/fem voc sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

Share the article and excerpts

Direct link
Do a right-click on the link above
and select “Copy Link”

We are using cookies for the best presentation of our site. Continuing to use this site, you agree with this.